Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ – ΚΡΙΤΙΚΗ

Μουσική με γνώση, πάθος και σεβασμό

16.08.2015| Συντάκτης: Νίκος Α. Δοντάς

Εντεκα νέοι μουσικοί από όλο τον κόσμο, το «Σύνολο Λεοντάρι» και οι φίλοι του, δίνουν εδώ και πέντε χρόνια συναυλίες μουσικής δωματίου σε Υδρα, Σπέτσες, Πόρο και Γαλατά στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Σαρωνικού. Πάθος και ενέργεια είναι στοιχεία αναμενόμενα για μουσικούς της ηλικίας τους, καθώς όλοι είναι περίπου τριάντα ετών. Ωστόσο, η δύναμη την οποία εξέπεμψαν κατά τις τρεις πρώτες συναυλίες (31 Ιουλίου, 1η και 2 Αυγούστου) δεν ήταν διόλου συνηθισμένη, ακόμα και με αυτό το δεδομένο. Πολύ λιγότερο αναμενόμενη, όπως επίσης σπάνια ακόμα και σε καταξιωμένα σύνολα, υπήρξε η σοβαρότητα σε όλα τα επίπεδα: από τη μελετημένη επιλογή του ρεπερτορίου, την προσοχή στη λεπτομέρεια και το φινίρισμα κάθε μουσικής φράσης ώς την επιλογή των κατάλληλων χώρων στους οποίους δόθηκαν οι συναυλίες και τα έξυπνα γραμμένα, ουσιαστικά κείμενα στο δίγλωσσο έντυπο πρόγραμμα του φεστιβάλ.

Ολα έχουν εξήγηση. Κατ’ αρχάς, το βιογραφικό κάθε μουσικού είναι εντυπωσιακό. Εκτός από διακρίσεις, ορισμένοι σταδιοδρομούν ήδη σε σημαντικές ορχήστρες, ενώ κάποιοι, όπως ο έξοχος Καναδός βιολιστής Μπέντζαμιν Μπάουμαν, έχουν πραγματοποιήσει τα πρώτα τους δισκογραφικά βήματα σε μεγάλες εταιρείες. Το δέσιμο μεταξύ των μουσικών εγγυώνται οι δύο πρόβες, πρωί και απόγευμα, πριν από τη βραδινή συναυλία. Ομως, το κυριότερο: η διοργάνωση πραγματοποιείται χάρη στο μεράκι τόσο των ίδιων των μουσικών, οι οποίοι χαίρονται τη συνεργασία τους κάθε καλοκαίρι στα υπέροχα μέρη του Σαρωνικού, όσο και μιας κρίσιμης μερίδας από τις ντόπιες κοινωνίες, η οποία στηρίζει το φεστιβάλ με όποιον τρόπο μπορεί. Οι χορηγίες της γερμανικής και της καναδικής πρεσβείας, όπως επίσης της Raycap, είναι σημαντικότατες, αλλά δεν αρκούν.

Εμφαση στην ερμηνεία

Η παρουσία της τοπικής κοινωνίας αλλά και πλήθους επισκεπτών υπήρξε φανερή κατά την εναρκτήρια βραδιά στον εξαιρετικό χώρο του ξενοδοχείου «Βρατσέρα» στην Υδρα. Η θαυμάσιας ακουστικής, κλιματιζόμενη αίθουσα ήταν κατάμεστη. Το ακροατήριο άκουσε με προσοχή δύο συνθέσεις, οι οποίες αντλούν σημαντικά από την παραδοσιακή μουσική: το Κουαρτέτο σε σολ ελάσσονα, έργο 25, του Μπραμς και το Κουιντέτο εγχόρδων σε μι ύφεση μείζονα, έργο 97, του Ντβόρζακ. Από τα πρώτα λεπτά ξεχώρισε ο θερμός, γεμάτος ήχος, τον οποίο εκμαίευε από το τσέλο της η Ρεμπέκα Μαρκόφσκι. Εκτιμήθηκε ακόμα περισσότερο την τρίτη βραδιά στις Σπέτσες, στο Τρίο με πιάνο σε μι ύφεση μείζονα, έργο 70 αρ. 2 του Μπετόβεν, καθώς ο συνθέτης δίνει στο όργανο αυτό ορισμένες από τις πιο ποιητικές μουσικές του σελίδες.

Ενα από τα θετικότερα στοιχεία της ερμηνείας στο έργο του Μπραμς υπήρξε η σχετικά μετριασμένη ταχύτητα με την οποία δόθηκε, ειδικά στο πρώτο μέρος. Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει συνήθως, όπου νέοι μουσικοί επιλέγουν τις δυνατόν μεγαλύτερες ταχύτητες προκειμένου να επιδείξουν τις δεξιοτεχνικές τους ικανότητες, οι μουσικοί του «Λεοντάρι» έδωσαν έμφαση στην ερμηνεία. Πρακτικά, αυτό σήμαινε ότι το κοινό είχε επαρκή χρόνο να ακούσει και να «εισπράξει» τη μουσική. Ειδικότερα, ο θυελλώδης Μπόγκνταν Μπότσοβιτς (βιολί) οδήγησε το δεύτερο μέρος του Κουαρτέτου με φράσεις σπάνιας κομψότητας, στις οποίες απάντησε με ανάλογη ευγένεια ο Κάσπαρ Φραντς από το πιάνο. Στον σχηματισμό μετείχε ο Αυστραλός Φράνσις Κέφορντ, ένας από τους δύο καλλιτεχνικούς διευθυντές του φεστιβάλ. Ο δεύτερος, ο Ελληνας βιολιστής Γιάννης Αγρανιώτης, «οδήγησε» το Τρίο του Μπετόβεν, που προαναφέρθηκε, με λυρισμό και ακρίβεια.

Η χαρά της ζωής

Το Κουιντέτο του Ντβόρζακ ακούστηκε δύο φορές, τόσο στην Υδρα όσο και στο αμφιθέατρο Συγγρού στον Πόρο, το βράδυ της επομένης. Ξεχώρισε η ερμηνεία των μουσικών, ιδιαίτερα στο κομψό δεύτερο μέρος, κατ’ αρχάς επειδή ανέδιδε με ένταση τη χαρά της ζωής, στοιχείο που ελάχιστοι συνθέτες κατόρθωσαν να εκφράσουν με τόση αμεσότητα όση ο Ντβόρζακ. Διακρίθηκαν, όμως, επίσης οι επιμέρους συνεισφορές, της θαυμάσιας Αν Μπλάκμουρ (βιολί) και της απολύτως εφάμιλλης Ρόζαλιντ Βέντρις (βιόλα), η οποία απέδωσε με ονειρικό τρόπο τον «μονόλογό» της στο πλαίσιο του β΄ μέρους. Οι ποιότητες της Βέντρις εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα, καθώς το μέρος της βιόλας είναι συνολικά αναβαθμισμένο στο συγκεκριμένο έργο. Ομως, η βραδιά στον Πόρο διέθετε ακόμα μία έκπληξη: τον καταπληκτικό Μπέντζαμιν Μπάουμαν ως πρώτο βιολί στο Κουαρτέτο εγχόρδων σε μι ύφεση μείζονα, έργο 74 («Αρπα») του Μπετόβεν. Ο σβέλτος και ανάλαφρος, απολύτως ακριβής ήχος του, η υπέροχη διαμόρφωση κάθε φράσης αλλά και η συνολική αίσθηση της δομής κάθε ενότητας του έργου, όπως επίσης ο εντυπωσιακός έλεγχος της δυναμικής, προσδιόρισαν την ποιότητα της ερμηνείας, καθώς ο Μπάουμαν καθοδηγούσε με απόλυτο τρόπο τους υπόλοιπους μουσικούς. Η εκφραστικότητά του εκτιμήθηκε ακόμα περισσότερο στην τρυφερή μελωδία του λυρικού δεύτερου μέρους.

Κοντσέρτο Μότσαρτ

Στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του ξενοδοχείου «Ποσειδώνιο» των Σπετσών, το πρόγραμμα ξεκίνησε με το υπέροχο Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 12 του Μότσαρτ, στη μεταγραφή του ίδιου του συνθέτη για πιάνο και κουαρτέτο εγχόρδων. Ο Φραντς στο πιάνο προσδιόρισε την ταχύτητα και κινήθηκε σε όλο το έργο με κομψότητα, ευγένεια και φράσεις γεμάτες καμπύλες. Το Κουαρτέτο, με α΄ βιολί τον Μπότσοβιτς, προσέφερε ενδιαφέρουσα αντίστιξη μέσα από μια ανάγνωση περισσότερο «κλασική», με φράσεις πιο λιτές, πιο κοφτές, με έντονες αντιθέσεις δυναμικής. Στη συνέχεια επαναλήφθηκε το Κουαρτέτο «Αρπα» του Μπετόβεν, αυτή τη φορά σε καλύτερες συνθήκες ακουστικής, ενώ η βραδιά ολοκληρώθηκε με το Τρίο έργο 70, αρ. 2 του Μπετόβεν, όπου είχε κανείς την ευκαιρία να χαρεί τον έντονο, συναρπαστικό διάλογο των Αγρανιώτη, Μαρκόφκσι και Φραντς.

Ετσι κύλησαν τρεις από τις έξι βραδιές ενός φεστιβάλ εντυπωσιακά υψηλού επιπέδου, που φανερώνει όσα μπορούν να γίνουν από μουσικούς με μεράκι και φαντασία. Μια ανάσα από την Αθήνα, της οποίας το φεστιβάλ γυρίζει επιδεικτικά την πλάτη στην κλασική μουσική, θεωρώντας ότι αυτή δεν έχει κοινό. Μια εκδρομή στον Σαρωνικό θα αρκούσε να πείσει για το ακριβώς αντίθετο.